ἄπτερος

ἄπτερος
ἄπτερος
without wings
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • Ἄπτερος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπτερος — κ. άφτερος, η, ο (AM ἄπτερος, ον) αυτός που δεν έχει ή δεν έβγαλε ακόμη φτερά, ο απτέρωτος αρχ. (για λόγο) 1. αυτός που δεν έχει λεχθεί, ανείπωτος 2. αυτός που δεν έχει επιβεβαιωθεί, αβέβαιος, αβάσιμος 3. επίθ. της Αθηνάς Νίκης, που εικονιζόταν… …   Dictionary of Greek

  • Ἀπτέρω — Ἄπτερος masc nom/voc/acc dual Ἄπτερος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπτέρω — ἄπτερος without wings masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄπτερος without wings masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπτέρως — ἄπτερος without wings adverbial ἄπτερος without wings masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπτερον — ἄπτερος without wings masc/fem acc sg ἄπτερος without wings neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀπτέροις — Ἄπτερος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπτέροις — ἄπτερος without wings masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀπτέρου — Ἄπτερος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπτέρου — ἄπτερος without wings masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”